- διαζωνίου, άλατα
- Ομάδα διαζωνιακών ενώσεων ιδιαίτερης σημασίας, που χρησιμοποιούνται ως αρχικές ουσίες για την παρασκευή πολυάριθμων προϊόντων. Οι χαρακτηριστικές ιδιότητες των ενώσεων αυτών αποδεικνύουν τον χαρακτήρα τους ως ιοντικών αλάτων: είναι αδιάλυτα στους οργανικούς διαλύτες, διαλυτά στο νερό, ενώ σε υδατική διάλυση εμφανίζουν το φαινόμενο της ηλεκτρολυτικής διάστασης. Παρασκευάζονται με την αντίδραση διαζώτωσης ή αντίδραση του Γκρις, που βασίζεται στην επεξεργασία των προϊόντων των πρωτοταγών αρωματικών αμινών με νιτρώδες νάτριο, αφού αλατοποιηθούν με ένα οποιοδήποτε ανόργανο οξύ (κατά προτίμηση με υδροχλωρικό ή θειικό οξύ). Όλα τα ά.δ. έχουν εκρηκτικές ιδιότητες και είναι πολύ δραστικές ενώσεις. Η ευκολία να αντιδρούν εξηγεί τη μεγάλη χρήση τους στο βιομηχανικό και επιστημονικό πεδίο. Αν θερμανθούν, παράγουν τις φαινόλες και τους αιθέρες. Με την παρουσία κατάλληλων καταλυτών δίνουν τα αλογονωμένα παράγωγα των αρωματικών υδρογονανθράκων, αντιδρούν εύκολα (αντίδραση σύζευξης) με τις αμίνες (πρωτοταγείς, δευτεροταγείς ή τριτοταγείς) και με τις φαινόλες για την παραγωγή διαζωαμινο-ενώσεων και οξυαζω-ενώσεων, που χρησιμοποιούνται στις οργανικές συνθέσεις για την παρασκευή χρωστικών ουσιών, φαρμακευτικών προϊόντων και αντιδραστηρίων για εργαστήρια.
Dictionary of Greek. 2013.